*Αυτό το κείμενο ξεκίνησα να το γράφω στο ταξίδι της επιστροφής από τις καλοκαιρινές διακοπές με την κολλητή μου, στις σημειώσεις του κινητού μου και το τελείωσα στην άνεση του δωματίου μου, μαζί με έναν παγωμένο καφέ.
Για να γιορτάσουμε το τέλος ενός επεισοδιακού καλοκαιριού, επιλέξαμε με την φίλη μου να περάσουμε το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Αυγούστου σε ένα κοντινό σε μας νησί των Δωδεκανήσων και να επιστρέψουμε στο δικό μας δε νησί μαυρισμένες και ξενυχτισμένες με το καταμαράν, μία σύντομη διαδρομή μιάμισης ώρας. Σέρνοντας λοιπόν μία υπερφορτωμένη για δυο μέρες βαλίτσα, ένα μαξιλάρι για το λαιμό, καφέδες, ακουστικά, καθίσαμε στις θέσεις μας χωρίς σκέψη, γκρινιάζοντας για το πόσο κουρασμένες είμασταν και για το πώς θα περνούσε μιάμιση ώρα στο καράβι μέχρι να φτάσουμε σπίτι μας. Στο λιμάνι θα μας περίμεναν οι γονείς μας, εγώ θα πήγαινα με την οικογένεια μου απευθείας για μπάνιο στη θάλασσα και εκείνη σπίτι της να ξεκουραστεί.
Πάνω στην ένταση μίας συζήτησης για την ραπ μουσική, συνειδητοποιήσαμε λοιπόν ότι τα 2/3 του καραβιού χωρίζονταν από το υπόλοιπο μέρος με μία κορδέλα, άσπρη-κόκκινη, από αυτές τις κλασσικές που μοιάζουν με χριστουγεννιάτικα γλειφιτζούρια. Πίσω από αυτή την κορδέλα βρισκόταν μία περίεργη δυστοπική εικόνα: Πάνω από πενήντα άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, πρόσφυγες που μεταφέρονταν στην δομή φιλοξενίας στο νησί μας. Άνθρωποι με σκαμμένα πρόσωπα, ταλαιπωρημένες εκφράσεις και θλιμμένα μάτια. Μικρά παιδάκια με λερωμένα μουτράκια, μπλεγμένα μαλλιά και σκισμένα μπλουζάκια. Στο «δικό τους» μέρος του καραβιού, επικρατούσε μία απόκοσμη ησυχία την οποία διέκοπταν συχνά τα γέλια των παιδιών και τα κλάματα των μωρών. Αυτή την ομάδα ανθρώπων «φρουρούσε» σαφώς μια άλλη ομάδα, αστυνομικοί που τους μετέφεραν στο hot spot της πόλης μας. Μέτρησα πάνω από πέντε παιδάκια που ζητούσαν επίμονα να πάνε στην τουαλέτα, ενώ ένα συγκεκριμένο μωράκι με μπουκλάκια που καθόταν στην αγκαλιά της μαμάς του γυρνούσε συνέχεια προς το μέρος μας και μας έκανε χαρές.
Συνειδητοποίησα τότε ότι μπροστά μου βρισκόταν ολοζώντανο το μεγαλείο της τύχης και των ανθρωπίνων αντιθέσεων. Μέσα στο ίδιο καταμαράν με τα μπεζ καθίσματα και τα θολά παράθυρα θα βρίσκονταν ζευγάρια που γιόρτασαν την πρώτη τους επέτειο μαζί, αλλά και μία γυναίκα που έχασε τον σύντροφο της κατά τη διάρκεια ενός βομβαρδισμού. Ένα εξάχρονο αγοράκι που έκλαιγε ζητώντας δεύτερο παγωτό και ένα εξάχρονο κοριτσάκι που στην πραγματικότητα ήταν δεκάχρονο, αλλά έμοιαζε μικρότερο από την αυπνία και την πείνα. Εγώ που επέστρεφα στο σπίτι μου από τις διακοπές ενώ όλοι αυτοί οι άνθρωποι μεταφέρονταν σε ένα άγνωστο μέρος, ανάμεσα σε αγνώστους, με μοναδική τους ελπίδα να βρουν κάτι καλύτερο μέσα στην αβεβαιότητα όλων αυτών των αγνώστων. Κατεβαίνοντας, ακούσαμε μία κυρία να ρωτάει ένα μέλος του πληρώματος «Τι είναι αυτοί εδώ;» και εκείνος να της απαντάει «Πρόσφυγες από τη Συρία και την Παλαιστίνη, τους φέρνουν να βγάλουν χαρτιά και όσους δεν τους δεχτούν τους διώχνουν». Τόσο απλά.
Στο λιμάνι με περίμενε η μαμά και ο αδελφός μου. Τους πενήντα αυτούς ανθρώπους τους περίμενε ένα σκούρο μπλε λεωφορείο της αστυνομίας και εκείνη η ελπίδα για αυτό το «κάτι καλύτερο». Κατά πάσα πιθανότητα αυτούς τους ανθρώπους δεν θα τους ξαναδώ. Η δική μου ζωή συνεχίστηκε κανονικά, η δική τους συνεχίζει στην αβεβαιότητα. Σίγουρα θα θυμάμαι το έντονο βλέμμα ενός μικρού που είχε ανέβει στο κάθισμα του και είχε κολλήσει το μουτράκι του στο τζάμι του πλοίου για να βλέπει καλύτερα τη θάλασσα και τα ιστιοφόρα που έπλεαν στο πέλαγος. Γεμάτο περιέργεια γούρλωνε τα μάτια του και περιεργαζόταν τα λευκά πανιά που χάνονταν πίσω μας ανάμεσα στα κύματα. Σε αυτά τα μεγάλα, γεμάτα περιέργεια μάτια, καθρεφτιζόταν το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού, ένα γαλάζιο πιο έντονο και ζωηρό από κάθε άλλη απόχρωση του μπλε. Ένα γαλάζιο που μέσα του κρύβει την ελπίδα, την ελευθερία και το «κάτι καλύτερο». Το «κάτι καλύτερο» που μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου ελπίζω να το βρει.